11/07/2010 14:27
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

«Σε τούτη την πατρίδα τι γυρεύω με μισθοφόρους και πραιτωριανούς»

ΣΧΟΛΙΑ

  1. donaE avatar
    donaE 11/07/2010 15:01:01

    Τρομακτικο.Να εισαι στο τελευταιο σταδιο της φυματιωσης ,να σου αφαιρουν την ζωη οι εχθροι και να σε βριζουν οι συντροφοι.Ποσο πονο αντεχει ο ανθρωπος...

  2. Misha avatar
    Misha 11/07/2010 15:07:43

    Απολύτως σχετικό, ειδικά με το εικονιζόμενο γκράφιτυ:

    TΑ ΤΡΑΓΙΑ

  3. Maya avatar
    Maya 11/07/2010 16:17:33

    Σε τούτη την πατρίδα, πλέον ο Μάνος Ελευθερίου γράφει στίχους για την Πέγκυ Ζήνα. Ενδεικτικό...

  4. Προφήτης avatar
    Προφήτης 11/07/2010 19:23:00

    Αφιερωμένο για τους πρώτους στίχους του Μάνου Ελευθερίου.
    "...με μισθοφόρους (Τζέφρυ - Παπακ/νου-Ραγκούσης) και πραιτωριανούς (ΔΝΤ)".

    Ναι ο Μάνος Ελευθερίου έγραψε για φαιδρά πρόσωπα.
    Δεν έγινε όμως εν τέλει ο ίδιος φαιδρός.
    Λίγοι το κατάφεραν στο διάβα του χρόνου.

    • Maya avatar
      Maya @ Προφήτης 11/07/2010 20:14:01

      Αυτό που λέτε δεν ισχύει. Αν γράφεις για φαιδρό άνθρωπο, σημαίνει ότι σε εμπνέει για να το κάνεις.
      Εκτός αν το κάνεις γιατί πεινάς. Που κι αυτό είναι ένα θέμα προς συζήτηση.

      Να το θέσω αλλιώς.
      Προσπαθείστε να σκεφτείτε σε μια πίστα με νούμερα που δίνουν "τροφή" στα μεσημεριανάδικα και αναγνώριση στο γενικότερο σύστημα, τους στίχους:

      Μου πήρες όσα ζήτησες και δε συζήτησες
      Μα όλα τα αμφισβήτησες και όλα τα ζητάς
      Γι' αυτό και 'γω σε χώρισα, αναθεώρησα
      Γι' αυτό και σε τιμώρησα αλλού να τα χρωστάς


      και μετά σκεφτείτε αυτό:

      Τ' αηδόνια σεχτηκιάσανε στην Τροία
      που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
      καλύτερα να σ' έλεγαν Μαρία
      και να 'σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
      κι όχι να ζεις μ' αυτή την κομπανία
      και να μην ξέρεις τ' άστρο του φονιά

      Αυτά τα δύο δεν συμβιβάζονται.

  5. Dimi avatar
    Dimi 11/07/2010 20:56:14

    Η «Ρωμιοσύνη» -1ο μέρος- του Γιάννη Ρίτσου, του Ποιητή που εξυψώνει και «μιλάει» στην Ελληνική Ψυχή. Μιά απέραντη Ελλάδα, είναι η Ποίησή του.

    Αφιερωμένο σε Ολες τις Ελληνικές Ψυχές, που παλεύουν, και που αργά μα σταθερά, γίνονται Πολλές. Στις Ελληνικές Ψυχές, που βράζουν κι αξιώνουν τα αυτονόητα. Ελευθερία. Αξιοπρέπεια. Δικαιοσύνη!

    Κι αλίμονο στον νεοταξίτη Εχθρό, που θα τις αγνοήσει.
    **

    Αυτά τα Δέντρα, δεν βολεύονται με λιγότερο Ουρανό.

    Αυτές οι Πέτρες, δεν βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα.

    Αυτά τα Πρόσωπα, δεν βολεύονται παρά μόνο στον Ηλιο.

    Αυτές οι Καρδιές, δεν βολεύονται παρά μόνο στο Δίκιο!

    Eτούτο το Τοπίο, είναι σκληρό σαν τη σιωπή.

    Σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του Λιθάρια.

    Σφίγγει στο Φως, τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του.

    Σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει Νερό. Mονάχα Φως!

    O Δρόμος, χάνεται στο Φως, κι ο ίσκιος της μάντρας
    είναι σίδερο.

    Mαρμάρωσαν τα Δέντρα, τα Ποτάμια και οι Φωνές,
    μες τον ασβέστη του Ηλιου.

    H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
    Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει Νερό!

    Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα.

    Όλοι μασάνε μια μπουκιά Ουρανό
    πάνω από την πίκρα τους.

    Tα Μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια.
    Μιά βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους.

    Σαν ένα Κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

    Tο Χέρι τους είναι κολλημένο στο Ντουφέκι.

    Το Ντουφέκι είναι συνέχεια του Χεριού τους.

    Το Χέρι τους είναι συνέχεια της Ψυχής τους.

    Εχουν στα χείλια τους απάνου τοΝ Θυμό!

    Κι' έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
    σαν ένα Αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

    Όταν σφίγγουν το Χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο.
    Οταν χαμογελάνε, ένα μικρό Χελιδόνι φεύγει μες απ' τ' άγρια γένεια τους.
    Οταν κοιμούνται, Δώδεκα Αστρα πέφτουν από τις άδειες τσέπες τους.

    Οταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με Σημαίες και με Ταμπούρλα!


    Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε. Ολοι διψάνε.
    Ολοι σκοτώνονται πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα.

    Εφαγε η κάψα τα Χωράφια τους και η αρμύρα πότισε τα Σπίτια τους.
    Ο αγέρας έριξε τις Πόρτες τους και τις λίγες Πασχαλιές της πλατείας.

    Από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο Θάνατος!

    Η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το Κυπαρισσόμηλο.
    Πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον Ισκιο τους.
    Η βροχή, χτυπάει στα Κόκκαλά τους.

    Πάνου στα Καραούλια πετρωμένοι καπνίζουνε τη σβουνιά και τη νύχτα.

    Βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε το σπασμένο κατάρτι
    του φεγγαριού.

    Tο Ψωμί σώθηκε. Τα βόλια σώθηκαν.
    Γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την Καρδιά τους!

    Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα.

    Ολοι πεινάνε. Ολοι σκοτώνονται. Και Κανένας δεν πέθανε!

    Πάνου στα Καραούλια λάμπουνε τα Μάτια τους,
    Μια Μεγάλη Σημαία, μια Μεγάλη Φωτιά κατακόκκινη.

    Και κάθε αυγή, χιλιάδες Περιστέρια φεύγουν
    από τα χέρια τους για τις Τέσσερις Πόρτες του Ορίζοντα.

    Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας.

    Είναι μια σταγόνα Νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ως το μεδούλι.

    Είναι μια Καμπάνα κρεμασμένη στο Γεροπλάτανο που φωνάζει τα Χρόνια!

    Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς.

    Και οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι
    στο πάνω χείλι του αλωνάρη.

    Κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο
    απ' τον καημό της Δύσης.


    H Παναγιά, πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα
    λεκιασμένη απ' τα σταφύλια.

    Στο δρόμο κλαίει ένα Παιδί.
    Και του αποκρίνεται απ' τον κάμπο η προβατίνα πού έχει χάσει
    τα Παιδιά της.

    Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.

    H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.

    Aπάνου στο τραπέζι το Ψωμί και η Ελιά.

    Μες την Κληματαριά, ο Λύχνος του Αποσπερίτη.

    Και κει, ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του,
    ευωδάει ο Γαλαξίας καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

    A!, τι μπρισίμι Αστέρι ακόμα θα χρειαστεί.
    Για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα
    του καλοκαιριού.

    "Κι αυτό θα περάσει!"
    Πόσο θα στίψει ακόμα η Μάνα την καρδιά της πάνου
    απ' τα εφτά σφαγμένα Παλληκάρια της;

    Ωσπου να βρει το Φως, το δρόμο του στην ανηφόρα της Ψυχής της!

    Tούτο το Kόκκαλο που βγαίνει από τη γης,
    μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου.

    Και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ώς το χάραμα
    καημό-καημό, το λένε στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
    και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σαν κόρδες.

    Κι ο Ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Oδυσσέα!

    A!, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί θα κόψει
    το κουράγιο;

    Kαι ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά, που με τα δυο
    θυρόφυλλά της διάπλατα κοιτάει του Θεού τ' αστροπερίχυτα περιβόλια;

    Ώρα μεγάλη, σαν τα Σαββατόβραδα του Mάη!

    Στη ναυτική ταβέρνα νύχτα μεγάλη σαν ταψί, στου γανωτζή τον τοίχο.
    Μεγάλο το τραγούδι, σαν Ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.

    Kαι να! Που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι.

    Γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
    και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού
    γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι.

    Με το μουστάκι τους Θυμάρι Ρουμελιώτικο, πασπαλισμένο Αστέρι.
    Και με το δόντι τους Πευκόριζα στου Aιγαίου τον βράχο και τ' αλάτι.

    Mπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά. Κουβέντιασαν με τα Λιθάρια.

    Κεράσανε ρακί τον Θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους.

    Στ' Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν τον Διγενή και στρώθηκαν στο δείπνο.
    Κόβοντας τον καημό στα δυό, έτσι που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο
    τους καρβέλι.

    Ελα Κυρά, με τ' αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι,
    από την έγνοια του φτωχού κι απ' τα πολλά τα χρόνια.

    Η αγάπη σε προσμένει μες στα σκοίνα, μες στη σπηλιά του ο γλάρος
    σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου.

    Κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.

    Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού, κοχλάζει ο μούστος κατακόκκινος.

    Κοχλάζει το ροδάμι στον καμμένο πρίνο.

    Στο χώμα, η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει ελάτη.

    Κι η Μάνα κάτου απ' τη ρυτίδα της, κρατάει γερά μαχαίρι!

    Έλα Κυρά, Που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του Κεραυνού.

    Πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι.

    Και θα πάρεις πάλι τ' άρματα να σε χτυπήσει κατακούτελα
    Μαγιάτικο χαλάζι.

    Να σπάσει ρόϊδι ο Ηλιος, στην αλατζαδένια σου ποδιά.

    Να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου.

    Να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός, ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και
    τ' Aπριλιού το χιόνι.

    Και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας.

    Για να λιαστεί και να σταυρώσει τις δαγκάνες του!

    ***

  6. Προφήτης avatar
    Προφήτης 11/07/2010 20:58:17

    Θα το πω αλλοιώς φίλη Maya. Όπως ο χρόνος κυλά επιφέρει ανεξίτηλες μεταβολές στα πρόσωπα. Και ενώ τυπικά μιλάμε για το ίδιο πρόσωπο, όταν εξετάζουμε τον "Τάδε στα 30" και τον "Τάδε στα 60" μιλάμε για δύο εντελώς ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ πρόσωπα.

    Η εξέταση της πορείας ανθρώπων με βάση αυτή την αντίληψη επιβεβαιώνεται και από βιογραφίες.
    Ο ήρωας Πεταίν του 1ου ΠΠ έγινε ο δωσιλογος του 2ου ΠΠ.

    Αν είσαι π.χ. 30 χρονών (δεν το λέω για να μάθω) μπορείς να συγκρίνεις και τον εαυτό σου, πως είσαι σήμερα - πως ήσουν πριν 15 χρόνια.

    Με την έννοια αυτή, ο αγαπητός για το στιχουργικό του έργο Μάνος Ελευθερίου ναι άλλαξε, αλλά δεν εξευτελίστηκε.
    Κατά τα άλλα συμφωνώ μαζί σου.
    Αλλά και ο Μπιθικώτσης που έδωσε τη φωνή του στα πιο σοβαρά έντεχνα λαϊκά τραγούδια, προσωπικά πιο πολύ γούσταρε να τραγουδάει "του Βοτανικού το μάγκα".

    • χελιδόνι avatar
      χελιδόνι @ Προφήτης 11/07/2010 22:43:02

      Και μην ξεχνάμε, ότι ο Μάνος Ελευθερίου διατηρεί ακόμη και σήμερα, υψηλό επίπεδο χιούμορ κι....αυτοσαρκασμού!

      Πόσα χρόνια τώρα κι αυτό το τραγούδι πάντα συγκινεί..


      Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
      Μουσική: Γιάννης Σπανός
      Πρώτη εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού
      Άλλες ερμηνείες: Χαρούλα Αλεξίου || Ελένη Τσαλιγοπούλου

      Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει
      σε μια φωτογραφία της στιγμής
      είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη
      σ' εκείνο το τοπίο της βροχής.

      Όλα μου λεν πως έχεις κιόλας φύγει
      κι ας λάμπει η ξενοιασιά της εκδρομής.
      Εσύ όπου να πας, σ' όποιο ταξίδι,
      σε λάθος στάση θα κατεβείς.

      Χρόνια μετά και κάτω απ' τη μαρκίζα
      σε βρήκα που 'ρθες για να μη βραχείς,
      ίδια η βροχή τα μάτια σου τα γκρίζα
      μα τίποτα, όπως πάντα, δε θα πεις.

      Μονάχα εγώ ρωτώ χωρίς ελπίδα
      πού μένεις, πού κοιμάσαι και πώς ζεις,
      κι εσύ που ξέρεις όσα η καταιγίδα
      δεν έχεις κάτι για να μου πεις.

  7. rs avatar
    rs 12/07/2010 09:51:14

    Η "συνέχεια" και η... "συνέπεια", διαχρονικά, έχουν καταταλαιπωρηθεί από τους λογοτέχνες, καλλιτέχνες,και κάθε είδους "πνευματικούς".
    Κατά την γνώμη μου, πρέπει να κρίνονται για το έργο τους και μάλιστα, ανά περιόδους.
    Για μένα ο στίχος του τίτλου στα νιάτα μου έλεγε πολλά.Θλίβομαι γιατί ο ποιητής χρησιμοποιώντας την δύναμη (!!) του λόγου του δικαιολογεί την ενασχόλησή του με το ...σκυλάδικο, αλλά "παίρνω" από αυτόν κατ΄επιλογή.
    Έχουν δίκαιο όσοι ισχυρίζονται ότι τα πράγματα αλλάξανε!
    Δυστυχώς όμως δεν .... "'σιάξανε".

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.