13/10/2008 20:20
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Μαθήματα οικονομικής ιστορίας από τον Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ

 http://www.tovimadaily.gr/Article.aspx?d=20081011&nid=10043423&sn=&spid=

ΣΧΟΛΙΑ

  1. ΑΤΑΚΤΟΣ avatar
    ΑΤΑΚΤΟΣ 13/10/2008 22:14:17

    Πιέρο Σράφα (1898-1983): ένας γίγαντας της οικονομικής σκέψης του 20ού αιώνα 12/10/2008

    του Aιμιλιου Ζαχαρεα

    Ένα από τα πιο διεισδυτικά μυαλά του 20ού αιώνα, ένας γίγαντας της οικονομικής σκέψης, ίσως ο πιο σημαντικός και αναμφισβήτητα ο πιο μορφωμένος θεωρητικός της πολιτικής οικονομίας του "σύντομου 20ού αιώνα", έφυγε από τη ζωή εδώ και είκοσι πέντε χρόνια. Ένα μήνα πριν τον θάνατό του, Σεπτέμβριο του 1983, έσβησε και η στενή του φίλη Τζόαν Ρόμπινσον (1905-1983). Ο Σράφα υπήρξε ο μοναδικός άνδρας τον οποίο φοβόταν και σεβόταν η θρυλική οικονομολόγος του Καίμπριτζ. Στη νεκρολογία του μεγάλου διανοητή, ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Σάντρο Πετρίνι συνέβαλε με το παρακάτω μήνυμα: "Υπήρξε ο ιδιοφυής καινοτόμος, κληρονόμος μιας μεγάλης παράδοσης της οικονομικής σκέψης, ένας λαμπρός καθηγητής για γενιές σπουδαστών, ένα μνημείο της δημοκρατικής αντιφασιστικής ευρωπαϊκής κουλτούρας, ένας δραστήριος αγωνιστής για την ανάπτυξη του δημοκρατικού πολιτισμού. Ένας μεγάλος Ιταλός πέθανε, ένας Ιταλός στον οποίο η επιστημονική ιδιοφυία, το επίπεδο της ηθικής και η πολιτική συνείδηση ήταν αξεχώριστα".1

    ***

    Η παρούσα γραφή αποβλέπει να αποκρυπτογραφήσει μερικές ιδέες του σραφιανού έργου γύρω από τις οποίες διεξήχθη -και εν μέρει ακόμα διεξάγεται- ζωηρός διάλογος στον χώρο της οικονομικής θεωρίας, από τον Μεσοπόλεμο (1920-1930) και από το 1960 έως τις μέρες μας, ιδιαίτερα ύστερα από την πρόσβαση του κοινού στα αδημοσίευτα χειρόγραφά του, στη βιβλιοθήκη Wren. Τα πνευματικά δικαιώματα του Σράφα χειρίζεται ο καθηγητής P. Garegnani.



    Νεοκλασικοί, οπαδοί του Σράφα και μαρξιστές



    Η συζήτηση γίνεται ανάμεσα στους νεοκλασικούς, τους ακραιφνείς οπαδούς του Σράφα και τους μαρξιστές, ένα τμήμα των οποίων παραμένει ακόμα σε θέσεις "Νεάτερνταλ". Ήδη από το 1930, στο φημισμένο συμπόσιο για τη θεωρία του Α. Marshall (1842-1924) σε ηλικία μόλις τριάντα δύο ετών, ο Σράφα υποστήριζε πως "είναι η θεωρία του Marshall που πρέπει να πεταχτεί".2 Είχε όμως προηγηθεί ένα άρθρο του νεαρού πτυχιούχου το 1925 στο Annali di Economia, περιοδικό που εκδιδόταν στο Μιλάνο, πάνω στις βάσεις της θεωρίας των τιμών. Το άρθρο αυτό, το οποίο περισσότερο ανεπτυγμένο δημοσιεύθηκε το 1926 στο Economic Journal, έκανε διάσημο τον Σράφα στην Ιταλία και στην Αγγλία, επειδή απέδειξε με αδιάσειστη επιχειρηματολογία πως η περί των τιμών θεωρία του Marshall ήταν αστήρικτη και απορριπτέα. Την περίοδο εκείνη, οι Principles του άγγλου καθηγητή ήταν η Βίβλος για τους οικονομολόγους, και μαζί με την ανάγνωση μιας οικονομικής εφημερίδας συμπλήρωναν τα χαρακτηριστικά του καλού οικονομολόγου, όπως έλεγε ο Κέυνς (1883-1946).

    Στη δημιουργία του σραφιανού θρύλου δεν συνέβαλε μόνο η συντριπτική κριτική του στη νεοκλασική θεωρία της οριακής παραγωγικότητας και των συντελεστών παραγωγής ούτε ακόμη η μνημειώδης έκδοση των Απάντων του Ντ. Ρικάρντο (1772-1823), ούτε η στενή και διαχρονική σύνδεσή του με το Ιταλικό Κομμουνιστικό κόμμα και τον ιδρυτή του Αντόνιο Γκράμσι. Αξίζει να αναφερθούμε στην υψηλή φιλοσοφική του συγκρότηση, που ανάγκασε τον Λ. Βιτγκενστάιν (1889-1951), τον ιδιοφυή αυστριακό φιλόσοφο, να εγκαταλείψει πολλές από τις θέσεις του Tractatus logico-philosophicus, γράφοντας τις Φιλοσοφικές έρευνες πολύ αργότερα. Ίσως στο μέλλον μάς δοθεί η ευκαιρία να επισημάνουμε την επίδραση του Σράφα στο έργο του αυστριακού φιλοσόφου, σε συνδυασμό με το έργο του A. Γκράμσι μέσα από τη συνεργασία του με τον τορινέζο οικονομολόγο.3

    Ο θρύλος του Σράφα ενισχύθηκε και από την ιδιομορφία του χαρακτήρα του. Υπήρξε πάντοτε σεμνός, διακριτικός και σιωπηλός. Τρομερά απαιτητικός, μιλούσε με δυσκολία σε ακροατήριο όπως και έγραφε δύσκολα.

    Το 1960 εξέδωσε ύστερα από συνεχείς πιέσεις της Τζόαν Ρόμπινσον κατά τη δεκαετία του '50, το περίφημο έργο Παραγωγή εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων. Προοίμιο στην κριτική της οικονομικής θεωρίας, ένα βιβλίο μόλις 110 σελίδων στην αγγλική έκδοση. Στα ελληνικά εκδόθηκε το 1985, με πρόλογο του Γ. Κριμπά.4

    Ο Σράφα υπήρξε ο επιμελητής και σχολιαστής των Απάντων του Ντέιβιντ Ρικάρντο, συμπεριλαμβανομένης και της αλληλογραφίας του. Για την έκδοση των Απάντων εργάστηκε πάνω από είκοσι χρόνια, ενώ στην τελευταία φάση βοήθησε και ο γνωστός μαρξιστής οικονομολόγος Μ. Ντομπ. Για το επίτευγμα αυτό, γίνεται εταίρος της Βρετανικής Ακαδημίας το 1954, ενώ το 1961 του απονέμεται το χρυσό μετάλλιο Soderstrom από την Ακαδημία Επιστημών της Σουηδίας. Ας σημειωθεί πως την περίοδο εκείνη δεν είχε δοθεί ακόμη βραβείο Νόμπελ για την οικονομία. Προηγουμένως, η διάκριση αυτή είχε απονεμηθεί στον Κέυνς και στον σουηδό οικονομολόγο G. Myrdal.

    Παραγωγή εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων



    Πού οφείλεται η τεράστια παγκόσμια, στην κυριολεξία, δημοσιότητα του σραφιανού έργου, ενώ ο ίδιος παραμένει ελάχιστα γνωστός ακόμα και στο "επάγγελμα;"

    Η κριτική του Σράφφα στην οριακή σχολή γίνεται εφ' όλης της ύλης. Απορρίπτεται η αρμονική κατάσταση της καπιταλιστικής κοινωνίας, στο σύνολό της. Οι κλασικές οικονομικές κατηγορίες των Ρικάρντο-Μαρξ θεωρούνται άρτιες, ενώ αμφισβητείται η επιστημονική θεμελίωση των οικονομικών κατηγοριών των οριακών, καθώς επίσης η λογική συνοχή των νεοκλασικών θεωριών και η ερμηνευτική τους αξιοπιστία. Μια από τις πλέον γόνιμες συμβολές του Σράφα αναζητείται στο ότι ενσωματώνει την οικονομική θεωρία στην οικονομική πολιτική, ήτοι αναγνωρίζει πως εξωτερικοί παράγοντες επηρεάζουν τη διανομή του υπερπροϊόντος, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την επίδραση που ασκεί η κεντρική τράπεζα, μέσω της πολιτικής των επιτοκίων στον προσδιορισμό του ποσοστού του κέρδους με τρόπο ώστε, βάσει αυτού, να καθορίζεται και το επίπεδο του μισθού. Την επικαιρότητα των ιδεών του Σράφα βιώνει η παγκόσμια οικονομία από το 1971.

    Το υπόδειγμα του Σράφα αναδεικνύει τον αγώνα ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις για τη διανομή του εθνικού εισοδήματος. Η υπόθεση πως ο μισθός συμμετέχει στη διανομή του υπερπροϊόντος οδηγεί στο συμπέρασμα πως άλλες μορφές εισοδήματος μη προερχόμενες από εργασιακή δραστηριότητα, όπως το ποσοστό του κέρδους, προκύπτουν από το συσχετισμό των δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και όχι εξαιτίας του θεσμολογικού πλαισίου, ήτοι της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Στο σημείο αυτό υπάρχει σύμπτωση των απόψεων του Σράφα και του διάσημου κοινωνιολόγου Ν. Ελίας, ο οποίος διατυπώνει περίπου ίδια συμπεράσματα.5

    Οι κοινωνικές συνθήκες της παραγωγής, κατά τον Σράφα, μπορούν να εξηγήσουν γιατί τα εισοδήματα που δεν προέρχονται από εργασιακή δραστηριότητα είναι πάνω από το μηδέν, αδυνατούν όμως να εξηγήσουν το σχετικό επίπεδο αυτών των εισοδημάτων. Η θέση του Σράφα, στο σημείο αυτό, διαφέρει από τη μαρξιστική προβληματική που δίνει έμφαση "στις κοινωνικές συνθήκες της παραγωγής" και στις "παραγωγικές σχέσεις" και όχι στις συνθήκες κυκλοφορίας, δηλαδή στη διανομή του υπερπροϊόντος.

    Η συλλογιστική του Σράφα επεκτείνεται με τη μορφή κοινωνικής κριτικής όχι μόνο στις οικονομίες της αγοράς, ήτοι σ' εκείνες που κυριαρχεί το καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά και σ' εκείνες που είχαν αποκληθεί σοσιαλιστικές ή κολεκτιβιστικές. Στη σκέψη του η εκμετάλλευση της εργασίας δεν είναι συνώνυμη με την ατομική ιδιοκτησία αλλά και με τη δημόσια, κρατική ιδιοκτησία. Στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής οικονομίας οι κυρίαρχες δυνάμεις, όπως η κομματική και η κρατική νομενκλατούρα, ασκούν όμοια πολιτική για την εκμετάλλευση της εργασίας όπως γίνεται στον καπιταλισμό.

    Η προσέγγιση του Σράφα στην έννοια του "surplus" δεν πρέπει να συγχέεται με τους κλασικούς οικονομολόγους Σμιθ-Ρικάρντο-Μαρξ. Στο έργο του Παραγωγή εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων προσδιορίζει τις τιμές των αγαθών, χωρίς να γίνεται αναφορά στη θεωρία της αξίας-εργασίας, και συνεπώς χωρίς την παρέμβαση της αγοράς. Στον Ρικάρντο, η προβληματική της ανεξάρτητης μεταβλητής δεν είχε αποκοπεί από την αξία, πράγμα που δεν συμβαίνει στην ανάλυση του Σράφα. Το γεγονός πως ο υπολογισμός του surplus δεν έχει ανάγκη τη θεωρία της αξίας του Μαρξ πυροδότησε οξύτατες συζητήσεις μεταξύ των μαρξιστών και των σραφιανών γύρω από την αξιοπιστία της θεωρίας της αξίας και τη δυνατότητα μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές παραγωγής.



    Μαρξιστές εναντίον σραφιανών



    Ένα είδος μαρξιστών τύπου Νεάτερνταλ -έχουμε και στην Ελλάδα μερικούς- θεώρησαν, εσφαλμένα, πως το θεωρητικό οικοδόμημα του Μαρξ καταρρέει ή όχι, ανάλογα με το αν επιβεβαιώνεται η θεωρία της αξίας και συνεκδοχικά η θεωρία της εκμετάλλευσης.

    Απέρριψαν έτσι την Παραγωγή εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων και την ενέταξαν ως παράρτημα της νεοκλασικής σχολής, την οποία η κριτική του Σράφα αποκαθήλωσε από το επίσημο βάθρο. Συμπεριλαμβανομένης δε της αδυναμίας του Μαρξ να λύσει το πρόβλημα του "μετασχηματισμού", το περίφημο "transformation problem", η ομάδα των μαρξιστών αυτών θεώρησε πως εξαφανίζεται και η μαρξική θεωρία της εκμετάλλευσης, γεγονός ασυμβίβαστο με την μαρξική διδασκαλία.

    Δεν είναι δυνατό σ' αυτό το άρθρο να δοθεί απάντηση σε τόσο σοβαρά προβλήματα. Παραπέμπω απλώς τον αναγνώστη στο βιβλίο μου του 1986, που είναι αφιερωμένο στην επιστημονική και ιδεολογική διένεξη μεταξύ μαρξιστών και σραφφιανών.6 Στέκομαι μόνον σε δύο σημεία, κατατοπιστικά για τον έλληνα αναγνώστη. Το πρώτο: Ο Μ. Ντομπ, ο οποίος βοήθησε στο τελευταίο στάδιο στην έκδοση των Απάντων του Ρικάρντο από τον Σράφα, δημοσίευσε ένα κείμενο στο μικρό περιοδικό Labour Monthly (Οκτώβριος 1961, σ. 487-491), στο οποίο υποστήριζε ότι ο Σράφα άνοιξε τον δρόμο για την οριστική επίλυση του προβλήματος του "μετασχηματισμού" των αξιών σε τιμές παραγωγής, παρόλο που ουδέποτε έχει δημοσιεύσει εργασία που να αναφέρεται στην οικονομική θεωρία του Μαρξ. Το δεύτερο: Υπάρχει η μαρτυρία του καναδού μαρξιστή οικονομολόγου Gilles Dostaler ο οποίος, τον Ιούνιο του 1973, είχε μια συνάντηση στο Καίμπριτζ με τον Σράφα. Ο Ιταλός οικονομολόγος διευκρίνισε πως "οι αξίες" και οι τιμές παραγωγής του Μαρξ "παραπέμπουν ακριβώς στην ίδια πραγματικότητα". Εν συνεχεία, απαντώντας σε ερώτηση, έλεγε πως δεν θα μπορούσε να γράψει την Παραγωγή εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων, αν ο Μαρξ δεν είχε γράψει το Κεφάλαιο. Αναφορικά με την κριτική που ασκούν εναντίον του ορισμένοι μαρξιστές, ο Σράφα υποστήριζε πως δεν μπορούσε να ξαναγράψει τους τρεις τόμους του Κεφαλαίου. Επιπροσθέτως, θεωρούσε πως το μοντέλο του περιγράφει την ίδια πραγματικότητα μ' εκείνη του Μαρξ, η οποία είναι εμποτισμένη από τον ταξικό ανταγωνισμό μεταξύ εργατών και καπιταλιστών και από την εκμετάλλευση των πρώτων από τους δεύτερους. Η μαρτυρία του G. Dostaler βρίσκεται στο Keynes et Sraffa, πρακτικά ενός ομώνυμου συνεδρίου, που διοργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο της Οτάβα τον Μάρτιο του 1981.



    Σράφα, Κέυνς και Βιτγκενστάιν



    Ο Σράφα υπήρξε εμπνευστής αλλά και φίλος σπουδαίων επιστημονικών πνευματικών προσωπικοτήτων, όπως ο Κέυνς, ο Βιττγκεστάιν, η Τζόαν Ρόμπινσον, ο Fr. Ramsey κ.ά. Κανείς δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες του διαλόγου με τον Βιττγκεστάιν, όταν ανάγκασε τον φιλόσοφο να εγκαταλείψει τις προτάσεις στο Tractatus για να περάσει στη δεύτερη φάση των Φιλοσοφικών Ερευνών. Στον πρόλογο του έργου αυτού, τον Ιανουάριο του 1945, ο Βιτγκενστάιν, ανάμεσα στα άλλα, αναφέρεται επαινετικά στις παρατηρήσεις του Σράφα.7

    Παρεμφερείς απόψεις εξέφραζε ο Κέυνς για την οξύνοια της κριτικής του Σράφα στη Γενική Θεωρία, έργο για το οποίο δεν είχε εκφραστεί επαινετικά για την πρωτοτυπία του. Το ίδιο γινόταν και με τη Τζόαν Ρόμπινσον, τις απόψεις της οποίας υπέβαλε σε συντριπτική κριτική. Αξίζει να θυμηθούμε και την έξοχη απάντηση του Σράφα στον αυστριακό οικονομολόγο Φ. Χάγιεκ, ύστερα από προτροπή του Κέυνς. Κατά τη γνώμη του λοιπόν, "το χρήμα δεν είναι μόνο μέσο ανταλλαγής αλλά αποθεματικό αξίας και μονάδα μετρήσεως σε όρους όπου τα χρέη και άλλες νομικές ρήτρες, συνήθειες, γνώμες, αντιλήψεις, εν συντομία, όλες οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, ρυθμίζονται περισσότερο ή λιγότερο αυστηρά".8





    Προϋποθέσεις για την κατανόηση του έργου του Σράφα και του Μαρξ

    Θεώρησα χρέος να υπενθυμίσω στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη μερικά χαρακτηριστικά μιας μεγάλης πνευματικής και επιστημονικής προσωπικότητας, το έργο της οποίας αγνοείται στην Ελλάδα και κατ' εμέ έχει κακοποιηθεί βάναυσα από απαρχαιωμένους μαρξιστές και από τους νεοκλασικούς του συρμού. Η κατανόηση του σραφιανού έργου απαιτεί εξαιρετική πνευματική προσπάθεια από τον αναγνώστη, διότι ο συγγραφέας είναι ανελέητος στους μελετητές του. Το ίδιο και περισσότερο ισχύει για τον Μαρξ, το έργο του οποίου αγνοείται από την Αριστερά όλων των αποχρώσεων. Η δημοκρατική Αριστερά αναζητά τα πρότυπά της στη φιλελεύθερη σκέψη, ενώ εκείνη που αυτοαποκαλείται επαναστατική αναζητά τα πρότυπα σ' έναν πρωτόγονο κομμουνισμό στον οποίο υμνείται η βία, η ισότητα στη φτώχεια και ένα είδος επιστροφής σε φυσικό καθεστώς.

    Χωρίς βαθιά γνώση του έργου του Σμιθ, του Ρικάρντο αλλά και των πιο αξιόλογων ρευμάτων της πολιτικής φιλοσοφίας, ήτοι του έργου του Καντ και Χέγκελ, δεν μπορεί να κατανοηθεί ο Μαρξ και, θα πρόσθετα, ο συνεχιστής και εκσυγχρονιστής της κλασικής μεθοδολογίας, ο Π. Σράφφα. Θα ήθελα, επ' ευκαιρία, να επισημάνω πως το έργο του Μαρξ δεν έχει κατανοηθεί στην Ελλάδα, εκτός των άλλων, και εξαιτίας της ιστορίας των εκδόσεων του. Δεν υπάρχει καμιά επιστημονική μελέτη, εξ όσων γνωρίζω, για τον τρόπο με τον οποίο κατανοήθηκε το μαρξικό έργο βάσει της εκδοτικής του ιστορίας, εκτός από μια μελέτη του γράφοντος με τίτλο "Σχετικά με την ιστορία των εκδόσεων του Μαρξ", στο περιοδικό Διαβάζω τον Ιούνιο του 1979 (σ. 40-57).

    Στη μεταπολίτευση θεωρήθηκε κατάκτηση η διδασκαλία του Μαρξ σε ορισμένα ΑΕΙ, ήτοι η συνειδητή ή ασυνείδητη προσπάθεια εξευτελισμού του. Θυμάμαι τον άλλοτε "πάπα" του ιταλικού -και όχι μόνον- μαρξισμού, τον Λούτσιο Κολλέτι, να μας λέγει το 1964: "Βάλτε τον Μαρξ στα πανεπιστήμια για να τον χρεοκοπήσετε!". Διότι πράγματι το μαρξικό έργο αποτελεί μια σύνολη επαναστατική θεωρία την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης, που δεν εγκλωβίζεται στην διδασκαλία περί της υπεραξίας ή της θεωρίας της αξίας-εργασίας στα ΑΕΙ.



    Cambridge Journal of Economics, τ. 8, τχ. 1 (Μάρτιος 1984), σ. 1

    Economic Journal, τ. XL (Μάρτιος 1930), σ. 93.

    Amartya Sen "Sraffa, Wittgenstein and Gramsci", Economic Literature, τ. XLI (Δεκέμβριος 2003), σ. 1240-1255. Στον A. Sen απάντησε ο Ajit Sinha με το "A comment on Sen's Sraffa, Wittgenstein and Gramsci", Journal of Economic Behavior and Organization, τ. 61 (2006), σ. 504-512. Τόσο ο Sen όσο και ο Sinha δεν είναι εξοικειωμένοι όμως με την πολιτική, θεωρητική προβληματική του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, όπως καταγραφόταν στην επικοινωνία του Σράφφα με τον Γκράμσι, γι' αυτό χρειάζεται και μια περαιτέρω διερεύνηση του θέματος.

    Piero Sraffa, Παραγωγή εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων. Πρελούδιο στην κριτική της οικονομικής θεωρίας, εκδ. Σύγχρονα Θέματα, Θεσσαλονίκη, 1985.

    Βλ. Norbert Elias (1987), Die Gesellschaft der Individuen, Suhrkamp, Φραγκφούρτη 1987 (ιταλική μετ: 1990, Il Mulono, Μπολόνια) και Dennis Smith (2001) Norbert Elias and Modern Social Theory, Sage, Λονδίνο κ.α. 2001.

    6. Αιμ. Ζαχαρέας, Η διακριτική γοητεία της μαρξιστικής οικονομίας, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1986.

    7. "[...] χρωστάω στην κριτική που άσκησε πάνω στη σκέψη μου αδιάκοπα για πολλά χρόνια ένας δάσκαλος τούτου του Πανεπιστημίου, ο κ. P. Sraffa. Σ' αυτόν τον ερεθισμό χρωστώ τις πιο γόνιμες ιδέες τούτου του βιβλίου", γράφει ο L. Wittgenstein, στον πρόλογο των Φιλοσοφικών ερευνών (μετ. Π. Χριστοδουλίδης, Παπαζήσης, Αθήνα 1977, σ. 22). Ο Tractatus μεταφράστηκε στα ελληνικά στο περιοδικό Δευκαλίων (τχ. 7-8, 1971), από τον Α. Κιτσόπουλο.

    8. Economic Journal, τ. XLII (Μάρτιος 1932), σ. 42-53.

  2. Factorx avatar
    Factorx 13/10/2008 22:34:46

    καλά κείμενο του μπαμπά της Μάρας θυμηθηκες;

  3. archaeopteryx avatar
    archaeopteryx 13/10/2008 23:31:10

    ο πολυγραφότατος κύριος

  4. ΑΤΑΚΤΟΣ avatar
    ΑΤΑΚΤΟΣ 14/10/2008 04:37:48

    H ΚΡΙΣΗ ΘΕΛΕΙ ΚΑΛΟΠΕΡΑΣΗ !
    Του Γιάννη Σχίζα

    Οι μείζονες και ενδογενείς κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος ήταν πάντοτε κρίσεις υπερπαραγωγής. Ακόμη και όταν δεν έπαιρναν την ευδιάκριτη όψη της σώρευσης καταναλωτικών αγαθών πάνω από την «απορροφητική ικανότητα» της αγοράς, οι κρίσεις εκδηλώνονταν με την αδρανοποίηση ενός τεράστιου παραγωγικού δυναμικού. Ο Σάμουελσον αναφερόταν στη διαδοχή ανοδικών και καθοδικών οικονομικών φάσεων από το 1795, ενώ στη δεκαετία του 1970 οικονομολόγοι όπως οι Μπάραν και Σουϊζυ κατέγραφαν την υποαπασχόληση των παραγωγικών δυνάμεων σε συνθήκες ύφεσης, σε πολλούς τομείς της μεταπολεμικής διεθνούς οικονομίας .
    Στο προηγούμενο υφεσιακό επεισόδιο στις ΗΠΑ του 2001, ο Τζουλιέτο Κιέζα (Εποχή 22.7.2001)σημείωνε ότι η ζήτηση ηλεκτρονικών υπολογιστών βρισκόταν στο μισό της παραγωγικής δυναμικότητας, ενώ η ζήτηση αυτοκινήτων αντιστοιχούσε στο 75% της παραγωγής. Το 2001 πάλι, η γερμανική οικονομία σημείωνε μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η ιαπωνική οικονομία προσέφευγε σε απολύσεις και αυτοχειριασμούς παραγωγικών μονάδων και οι οικονομολόγοι μιλούσαν καθαρά περί επανάληψης του υφεσιακού σκηνικού του 1991-1992.
    Από το 1929 και εντεύθεν, η αντιμετώπιση των κρίσεων δια μέσου της κρατικής παρέμβασης, υπαγόρευε διάφορες απαντήσεις και λύσεις. Υπήρχαν οικονομολόγοι που υποστήριζαν ότι ήταν προτιμότερο, αντί της ανεργίας, να απασχολούνται εργάτες στο να σκάβουν λάκκους και στη συνέχεια να τους γεμίζουν(!), με στόχο αφενός να παρέχονται αμοιβές που θα τονώνουν τη ζήτηση και αφετέρου να διατηρείται σε «φόρμα» το εργατικό δυναμικό, εν όψει της παραγωγικής απασχόλησής του στην επόμενη ανοδική φάση! Στη μεταπολεμική περίοδο του «Κράτους Πρόνοιας», η αποδοχή και εμπέδωση των αντικυκλικών πολιτικών ήταν τέτοια ώστε οι προβληματισμοί να αναφέρονται μόνο στο είδος της αντιϋφεσιακής παρέμβασης. Την ίδια περίοδο στην Αμερική, το ερώτημα των δημοκρατικών διανοουμένων «Βούτυρο ή κανόνια», δήλωνε ακριβώς την ανάγκη πρόκρισης μιας αντιϋφεσιακής πολιτικής υπέρ της λαϊκής κατανάλωσης και εις βάρος μιας πολιτικής στρατιωτικών παρεμβάσεων.
    Οι πόλεμοι αποτέλεσαν μια «εναλλακτική» μέθοδο διοχέτευσης του παραγωγικού δυναμικού και στήριξης της παραπαίουσας καπιταλιστικής οικονομίας. Η Γερμανία βγήκε από το παραγωγικό τέλμα της δεκαετίας του 1920 μόνο μετά τους εξοπλισμούς του 1933-36, η Αμερική «καθάρισε» με την ύφεση του 1938 -39 μόνο όταν μπήκε για τα καλά στον Β Παγκόσμιο πόλεμο, ενώ ανάλογες «συμπτώσεις» υφεσιακών καταστάσεων και πολεμικών εμπλοκών παρατηρήθηκαν το 1966 με το Βιετνάμ, το 1991 με τον πόλεμο «του Κόλπου» και το 2003 με το Ιράκ. Η κερδοσκοπία που είχε ως βάση όχι ενυπόθηκα δάνεια κατοικίας αλλά ανθρώπινους θανάτους, είχε τη «χάρη» του «καπιταλισμού της συμφοράς», αλλά όχι και το όνομα.: Αυτό το απέκτησε μετά τον όλεθρο από το Τσουνάμι στη νοτιοανατολική Ασία του 2005 , όταν οι επιχειρηματίες έσπευδαν να επωφεληθούν της καταστροφής εξαγοράζοντας ο,τιδήποτε έκριναν ως μελλοντικά επικερδές …..

    ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΠΑΧΥΣΑΡΚΗ ΔΕΝ ΘΕΡΑΠΕΥΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ…..

    Οι κρίσεις είναι αποτελέσματα της υπερεπένδυσης, η υπερεπένδυση προέρχεται από την υπερεκμετάλλευση των μισθωτών και από την υστέρηση της συνολικής καταναλωτικής τους ικανότητας σε σχέση με την συνολική παραγωγή. Εάν για μια στιγμή ο πόλεμος αποκλεισθεί ως μέσο αντικυκλικής πολιτικής, τότε η «τιθάσευση του οικονομικού κύκλου» μπορεί να επέλθει δια μέσου της ανόδου της κατανάλωσης στα επίπεδα του παραγωγικού δυναμικού . Η αύξηση των μισθών και γενικά των εισοδημάτων που κατευθύνονται πρωτίστως στην κατανάλωση και ελάχιστα έως καθόλου στην αποταμίευση – επένδυση, οδηγεί στην αντιμετώπιση του ζητήματος. Στην ίδια «θεραπεία» οδηγεί και η εκτός της αγοράς διανομή εισοδημάτων προς κατανάλωση, φερ’ ειπείν από το Κράτος υπό τη μορφή επιδομάτων και ενισχύσεων, μηδέ των δωροεπιταγών του Τζωρτζ Μπους εξαιρουμένων! Το πρόβλημα όμως είναι ότι η τέτοια συμπεριφορά, που πρέπει να είναι διεθνής ή τουλάχιστον πολυ-εθνική, προσκρούει στη πρακτική συγκεκριμένων κεφαλαιακών συμφερόντων και εθνικών σχηματισμών, που ελπίζουν «να τη βολέψουν» με τη μέθοδο της ακόμη παραπέρα συμπίεσης του εργασιακού κόστους και της όξυνσης του οικονομικού ανταγωνισμού. Ακόμη σημαντικό είναι το ότι οι πολιτικοί, «τοις κείνων (χ)ρήμασι πειθόμενοι» , εννοούν ως στήριξη της οικονομίας πρωτίστως την διατήρηση των υπαρκτών επιχειρήσεων και διαρθρώσεων και δευτερευόντως την ενίσχυση της ελλειμματικής καταναλωτικής ζήτησης. Το φαινόμενο είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού στα μίντια των τελευταίων εβδομάδων : Κρατικοί παράγοντες, οικονομολόγοι του κατεστημένου και θιασώτες της συμβατικής πολιτικής, ασχολούνται με την «φαινομενολογία» της κρίσης, με τις χρηματοπιστωτικές και άλλες ορατές όψεις της, παρουσιάζοντας το υφεσιακό επεισόδιο σχεδόν ως ουρανοκατέβατο και αποφεύγοντας μια ουσιαστική ανάλυση της ελλειμματικής καταναλωτικής ζήτησης. Όσον αφορά τη κατηγορία των «προοδευτικών» πολιτικών, αυτοί συνήθως δεν έχουν να πουν τίποτε περισσότερο από «τους λαθεμένους κυβερνητικούς χειρισμούς» και άλλα αντιπολιτευτικά παρόμοια, παραγνωρίζοντας τον χαρακτήρα του οικονομικού κύκλου ως δομικής ιδιότητας του καπιταλισμού, ως διαδοχής οικονομικών φάσεων αναπόφευκτης όσο η διαδοχή του καλοκαιριού από το χειμώνα….
    Οι κοινωνίες της υπερκατανάλωσης και της σπατάλης αντιμετωπίζουν με πανικό την εξελισσόμενη κρίση, ενώ από την άλλη πλευρά οι επικριτές παρατηρούν με χαιρεκακία την «προσγείωση» στη σύνεση και στη λιτότητα. Όμως οι κρίσεις δεν θεραπεύουν τις παχύσαρκες οικονομίες του φτασμένου καπιταλισμού : Η επόμενη ανάκαμψη απλά και μόνο θα συνεπιφέρει μια διαφορετική διανομή του εισοδήματος μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. «Οικολο-λιτότητα», ως μοντέλο ποιότητας της προσωπικής ζωής και συνετής διαχείρισης των φυσικών πόρων, μπορεί να προέλθει μόνο από την ανάπτυξη της οικολογικής συνείδησης και όχι από συγκυριακές καταστάσεις …

    Η «ΑΓΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ» ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ
    Μήπως η αντιμετώπιση της κρίσης επιβάλλει τον προσωρινό εξαγιασμό της «υπαρκτής» κατανάλωσης , που σε μεγάλο βαθμό συνίσταται από προϊόντα καταστρεπτικά για την ποιότητα της ζωής και του περιβάλλοντος; Μήπως θα πρέπει να υπάρξει ένα «οικολογικό μορατόριουμ» στην κριτική ενάντια στην ανορθολογική κατανάλωση ιδιωτικών μεταφορικών μέσων, στην οικοδόμηση εξοχικών κατοικιών με ανακτορικές προδιαγραφές, στην υπερβολική κρεοφαγία και πολυφαρμακία , στις ενεργειοβόρες και «σκουπιδογόνες» πρακτικές, γενικώς απέναντι σε όλα τα συμβατικά προϊόντα - που έχουν όμως το προσόν να παράγουν άμεσα και έμμεσα απασχόληση, να ανοίγουν αγορές και να δημιουργούν κέρδη και εισοδήματα;
    Δεν χωράει αμφιβολία ότι ένα μέρος από τη σημερινή κατανάλωση είναι περιττό, προβληματικό για την ποιότητα ζωής και αγχογόνο, ενώ επίσης είναι αναντίρρητο ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού βρίσκεται στα όρια της φτώχειας. Όμως μια αντιυφεσιακή πολιτική τόνωσης της ζήτησης θα μπορούσε να λάβει υπόψη την ελλείπουσα ποιότητα των μεν και την ελλείπουσα ποσότητα των δε. Θα μπορούσε να προωθήσει νέου τύπου δράσεις , αντιμετωπίζοντας τα βουλητικά σύνδρομα των πρώτων και τα στερητικά σύνδρομα των δεύτερων. Με αυτό ακριβώς το πνεύμα υπογράμμιζα σε προηγούμενο άρθρο * τη δυνατότητα μιας άλλης αντικυκλικής πολιτικής, μακριά από τα στερεότυπα της ενίσχυσης κάποιων επιχειρηματιών που παράγουν είδη προβληματικά για την βιόσφαιρα και την ποιότητα ζωής : « Το κράτος θα μπορούσε να «εισάγει» ενεργό ζήτηση στην οικονομία, όχι απλά και μόνο γεμίζοντας τις τσέπες κάποιων αλλά καινοτομώντας στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, των ποιοτικών γεωργικών προϊόντων…. Η επιλεκτική αντιυφεσιακή παρέμβαση θα μπορούσε να στοχεύει σε ένα «μεταϋφεσιακό» σκηνικό πιο πράσινο και οικολογικό».
    Οι ιδέες αυτές φαίνεται πως αρχίζουν να απασχολούν ποικίλους διαμορφωτές της κοινής γνώμης – πέραν διαφόρων αδέξιων αντιγραφέων που θεραπεύουν με λογοκλοπές το προσωπικό τους έλλειμμα δημιουργικότητας. Παράδειγμα οι απόψεις του διαβόητου χρηματιστηριακού παράγοντα Τζωρτζ Σόρος : Αυτός ο τελευταίος υποστηρίζει σε συνέντευξή του στο Νουβέλ Ομπσερβατέρ (5.10.2008) όχι μόνο ότι «η αμερικανική κυβέρνηση οφείλει να υποδαυλίσει τη ζήτηση» αλλά και επί πλέον ότι «το κράτος πρέπει να συμβάλει στην ανάπτυξη νέων μορφών ζήτησης». Και σαν τέτοιες ο Σόρος εννοεί τις προερχόμενες από την υποστήριξη «ενός δυναμικού κλάδου απορρύπανσης, για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής». Υπογραμμίζει ο Σόρος : «Η μείωση των εκπομπών θερμοκηπιακών αερίων προϋποθέτει επενδύσεις μεγάλης κλίμακας, που όμως συν τω χρόνω θα λειτουργήσουν ως κινητήρας της οικονομικής ανάπτυξης, αντισταθμίζοντας κατά κάποιο τρόπο τη μειούμενη κατανάλωση».
    Το μεγάλο ζήτημα αυτής της συγκεκριμένης κρίσης που συμπίπτει με την κρίση της βιόσφαιρας, είναι όχι απλά και μόνο να παρέλθει χωρίς πολέμους, αλλά και να μην οδηγήσει σε επανάληψη του περιβαλλοντοκτόνου μοντέλου, με τη συμβατική παραγωγή και κατανάλωση.Δηλαδή να μην εισπράξουμε «μία από τα ίδια», σε ένα σκηνικό μεγαλύτερης οικονομικής ανάπτυξης….

    * «Η υπαρκτή ύφεση και η οικολογία», ΕΠΟΧΗ 21.9.2008

  5. ΑΤΑΚΤΟΣ avatar
    ΑΤΑΚΤΟΣ 14/10/2008 06:36:30

    Και η μερα θελει ηλιο .

  6. mesas avatar
    mesas 14/10/2008 09:33:05

    ήταν ο τελευταίος μεγάλος οικονομολόγος...

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.