Πώς η Σαουδική Αραβία θέτει περαιτέρω σε κίνδυνο τη Μέση Ανατολή
05/04/2015 13:19
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Πώς η Σαουδική Αραβία θέτει περαιτέρω σε κίνδυνο τη Μέση Ανατολή

Ενώ ΗΠΑ και Ιράν πέτυχαν συμφωνία, η Σαουδική Αραβία θέτει σε κίνδυνο το status quo στη Μέση Ανατολή, σχολιάζει ο Patrick Cockburn.

Η διαδοχή ζωτικής σημασίας στρατιωτικών και διπλωματικών γεγονότων συνταράζουν το πολιτικό τοπίο της Μέσης Ανατολής. Η πιο σημαντική εξέλιξη είναι η κατανόηση ανάμεσα στις ΗΠΑ και πέντε άλλες παγκόσμιες δυνάμεις με το Ιράν, σχετικά με τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν σε αντάλλαγμα για τη χαλάρωση των κυρώσεων. Αλλά η σίγαση της εχθρότητας μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν, ένα αποσταθεροποιητικό χαρακτηριστικό της πολιτική στην Μέση Ανατολή μετά την ανατροπή του Σάχη το 1979, δεν μπορεί να κάνει πολλά για να ανακόψει την ορμή προς την όλο και μεγαλύτερη βία στη Συρία, την Υεμένη και το Ιράκ.

Σε κάθε περίπτωση, τα οφέλη της συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν μπορεί να αργήσουν να έρθουν –αν ποτέ έρθουν- καθώς οι Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο, οι Σαουδάραβες και το Ισραήλ θα προσπαθήσουν να τα τορπιλίσουν. Και ακόμη και αν μια συμφωνία επικυρωθεί και εφαρμοστεί, ο Πρόεδρος Ομπάμα θα μπορούσε να περιοριστεί από τους αντιπάλους του για περαιτέρω συνεργασία με το Ιράν και άλλα μέρη της Μέσης Ανατολής. Σε αντίθεση με αυτόν τον αργό ρυθμό προσέγγισης, οι κρίσεις στην Υεμένη και τη Συρία επιδεινώνονται μέρα με τη μέρα και, στο Ιράκ, παρά τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης ότι έχει καταλάβει το Τικρίτ, οι δυνάμεις τους είναι ακόμα πολύ λίγες σχετικά με τις εξωτερικές άμυνες του Ισλαμικού Κράτους.

Η Σαουδική Αραβία και οι μοναρχίες του Κόλπου έχουν τα μεγαλύτερη συμφέροντα στη διατήρηση του status quo στην περιοχή, κάτι που έκαναν με αρκετή επιτυχία στο παρελθόν. Ποιος θα μπορούσε να προβλέψει στα τέλη του 1950 ότι τα αραβικά εθνικιστικά και σοσιαλιστικά κινήματα θα πέθαιναν, αλλά η Σαουδική Αραβία θα παρέμενε η θεοκρατική απόλυτη μοναρχία που ήταν πάντα; Αυτό που προκαλεί εντύπωση σχετικά με τις εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων είναι ότι η Σαουδική Αραβία επιδιώκει ριζικές αλλαγές στην περιοχή και είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει στρατιωτική δύναμη για να τις εξασφαλίσει. Στην Υεμένη, έχει ξεκινήσει έναν καταστροφικό πόλεμο με εναέριες δυνάμεις και, στη Συρία, συνεργάζεται με την Τουρκία για τη στήριξη των ακραίων τζιχαντιστών με επικεφαλής την Τζαμπχάτ αλ-Νούσρα, παρακλάδι της Αλ Κάιντα, που την περασμένη εβδομάδα κατέλαβε την πρώτη πρωτεύουσα της επαρχίας.

Οι Σαουδάραβες εγκαταλείπουν την παράδοσή τους να επιδιώκουν εξαιρετικά προσεκτικές πολιτικές, χρησιμοποιώντας τον τεράστιο πλούτο τους για να αγοράσουν επιρροή, κάνοντας τη δουλειά μέσω πληρεξουσίων και μένοντας κοντά στις ΗΠΑ. Στην Υεμένη, οι σαουδαραβικές εναέριες δυνάμεις βομβαρδίζουν τις Χούτις, μαζί με μονάδες του στρατού της Υεμένης που παραμένουν ακόμα πιστές στον πρώην πρόεδρο Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ, που θεωρείτο κάποτε ως ο άνθρωπος των Σαουδαράβων και των Αμερικανών στη Σαναά, την πρωτεύουσα της Υεμένης. Όπως και με πολλές άλλες εναέριες εκστρατείες, οι Σαουδάραβες και οι σύμμαχοί τους του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου διαπιστώνουν ότι οι αεροπορικές επιδρομές χωρίς έναν αξιόπιστο στρατιωτικό εταίρο δεν μπορούν να φτάσουν πολύ μακριά. Αλλά αν σαουδαραβικές δυνάμεις εδάφους αναπτυχθούν στην Υεμένη θα εισέλθουν σε μια χώρα που βρίσκεται εξίσου σε ένα τέλμα, όπως το Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Οι Σαουδάραβες παρουσιάζουν την παρέμβασή τους σαν να προκλήθηκε από τους Σιίτες Ζεΐντι που υποστηρίζει το Ιράν και προσπαθούν να καταλάβουν τη χώρα. Πολλά από αυτά είναι προπαγάνδα. Οι Χούτις, οι οποίοι προέρχονται από τις φυλές Ζεΐντι στα βόρεια βουνά της Υεμένης, έχουν ένα αποτελεσματικό στρατιωτικό και πολιτικό κίνημα που ονομάζεται Ανσάρ Αλλάχ, σύμφωνα με το πρότυπο της Χεζμπολάχ στο Λίβανο. Έχουν αποκρούσει έξι κυβερνητικές επιθέσεις εναντίον τους από το 2004, όλες εκ των οποίων ξεκίνησαν από τον πρώην πρόεδρο Σαλέχ, που τότε είχε συμμαχήσει με τους Σαουδάραβες. Ο Σαλέχ, όντας Ζεΐντι αλλά λαμβάνοντας υποστήριξη από τις φυλές Ζεΐντι γύρω από την πρωτεύουσα Σαναά, ήταν ένα από τα θύματα της Αραβικής Άνοιξης στην Υεμένη, αλλά εξακολουθεί να έχει την υποστήριξη πολλών μονάδων του στρατού.

Γιατί η Σαουδική Αραβία βυθίστηκε σε αυτό το τέλμα, προσποιούμενη ότι το Ιράν κινεί τα νήματα της μειονότητας των σιιτών αν και ο ρόλος του είναι οριακός; Οι Ζεΐντι, που εκτιμάται ότι αποτελούν το ένα τρίτο από τα 25 εκατομμύρια του πληθυσμού της Υεμένης, είναι πολύ διαφορετικοί σιίτες από εκείνους στο Ιράν και το Ιράκ. Στο παρελθόν, υπήρξε ελάχιστος σεχταρισμός σουνιτών-σιιτών στην Υεμένη, αλλά η Σαουδική αποφασιστικότητα να πλαισιώσει τη σύγκρουση με θρησκευτικούς όρους μπορεί να είναι αυτοεκπληρούμενη.

Μέρος της εξήγησης μπορεί να βρίσκεται στην εσωτερική πολιτική της Σαουδικής Αραβίας. Η Μαντάουι αλ-Ρασίντ, επισκέπτρια καθηγήτρια από τη Σαουδική Αραβία στο Κέντρο Μέσης Ανατολής του LSE, λέει στο online περιοδικό al-Monitor ότι ο υπουργός Άμυνας του βασιλιά Σαλμάν της Σαουδικής Αραβίας και επικεφαλής της βασιλικής αυλής, ο γιος του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ηλικίας περίπου 30 ετών, θέλει να καθιερώσει τη Σαουδική Αραβία ως απόλυτα κυρίαρχη στην Αραβική Χερσόνησο. Προσθέτει καυστικά ότι θέλει να κερδίσει έναν στρατιωτικό τίτλο, «ίσως αυτόν του ‘Καταστροφέα των Σιιτών Απορριπτικών και Περσών Υποστηρικτών τους στην Υεμένη’, για να παραμείνει στο επίκεντρο, ανάμεσα στους πιο έμπειρα και επίδοξα αδέλφια του και τα δυσαρεστημένα βασιλικά ξαδέλφια». Μια επιτυχημένη στρατιωτική επιχείρηση στην Υεμένη θα του δώσει τα διαπιστευτήρια που χρειάζεται.

Ένας δημοφιλής πόλεμος θα βοηθήσει να ενωθούν οι Σαουδάραβες φιλελεύθεροι και οι ισλαμιστές πίσω από ένα εθνικό έμβλημα, ενώ οι διαφωνούντες θα μπορούσαν να καταγγελθούν ως προδότες. Η νίκη στην Υεμένη θα αντισταθμίσει την απογοήτευση της Σαουδικής πολιτικής στο Ιράκ και τη Συρία, όπου οι Σαουδάραβες έχουν παραγκωνιστεί από το Ιράν. Επιπλέον, θα ήταν μια προκλητική χειρονομία προς την κυβέρνηση των ΗΠΑ που θεωρούν πολύ δεκτική απέναντι στο Ιράν.

Η Υεμένη δεν είναι η μόνη χώρα στην οποία η Σαουδική Αραβία έχει έναν πιο έντονο ρόλο. Την περασμένη εβδομάδα, ο πρόεδρος Μπασάρ αλ-Άσαντ της Συρίας υπέστη πολλές ήττες, με πιο σημαντική την πτώση της επαρχιακής πρωτεύουσας Ιντλίμπ, στη βόρεια Συρία, από την Τζαμπχάτ αλ-Νούσρα που πολέμησε μαζί με δύο άλλες σκληροπυρηνικές ομάδες τύπου αλ-Κάιντα, την Αχράρ αλ-Σαμ και την Τζαντ αλ-Ακσά. Ο ηγέτης της Αλ-Νούσρα, Αμπού Μοχάμεντ αλ-Γκολάνι, ανακοίνωσε αμέσως την επιβολή του σιιτικού νόμου στην πόλη. Έχοντας σταλεί στη Συρία το 2011 από τον ηγέτη του Isis Αμπού Μπακρ αλ-Μπαγκντάντι για να δημιουργήσει την αλ-Νούσρα, αποσπάστηκε από τον Μπαγκντάντι το 2013. Ιδεολογικά, οι δύο ομάδες διαφέρουν λίγο και οι ΗΠΑ έχουν ξεκινήσει αεροπορικές επιδρομές εναντίον της αλ –Νούσρα, αν και η Τουρκία εξακολουθεί να την αντιμετωπίζει σαν να αντιπροσωπεύει μετριοπαθείς.

Η κυβέρνηση της Συρίας την περασμένη εβδομάδα κατηγόρησε την Τουρκία ότι βοηθά χιλιάδες μαχητές της τζιχάντ να φτάσουν στο Ιντλίμπ και για παρεμβολή στις τηλεπικοινωνίες του συριακού στρατού, κάτι που συνέλαβε στην υπονόμευση της άμυνας της πόλης. Ο σημαντικός ρόλος των Σαουδαράβων στην πτώση του Ιντλίμπ δόθηκε στη δημοσιότητα από τον Τζαμάλ Χασόγκι, Σαουδάραβα δημοσιογράφο και σύμβουλς της κυβέρνησης, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «The New York Times». Είπε ότι η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία είχαν υποστηρίξει την Τζαμπχάτ αλ-Νούσρα και άλλους τζιχαντιστές στην κατάληψη της Ιντλίμπ, προσθέτοντας ότι «η συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας ποτέ δεν ήταν καλύτερος». Παραδόξως, αυτή η ανοιχτή παραδοχή ότι η Σαουδική Αραβία στηρίζει τζιχαντιστικές ομάδες που έχουν καταδικαστεί ως τρομοκρατικές από τις ΗΠΑ προσέλκυσε ελάχιστη προσοχή. Εν τω μεταξύ, οι μαχητές του Isis έχουν εισέλθει για πρώτη φορά στη Δαμασκό δυναμικά, καταλαμβάνοντας μέρος του παλαιστινιακού στρατοπέδου Γιαρμούκ, μόλις 16 χλμ. μακριά από την καρδιά της συριακής πρωτεύουσας.

Η Σαουδική Αραβία δεν είναι η πρώτη μοναρχία που φαντάζεται ότι μπορεί να κερδίσει πατριωτικά διαπιστευτήρια και να σταθεροποιήσει την κυριαρχία της, διεξάγοντας έναν σύντομο και νικηφόρο ξένο πόλεμο. Το 1914, οι μονάρχες της Γερμανίας, της Ρωσίας και της Αυστρο-Ουγγαρίας είχαν την ίδια ιδέα και ανακάλυψαν πολύ αργά ότι είχαν πριονίσει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονταν όλοι. Ομοίως, οι Σαουδάραβες ηγέτες μπορούν να διαπιστώσουν, εις βάρος τους, ότι ήταν πολύ πιο επιτυχημένοι από το Ιράν στην καταστροφή του πολιτικό status quo στη Μέση Ανατολή.

independent.co.uk

ΣΧΟΛΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια στο άρθρο! Γράψτε το πρώτο σχόλιο!

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.