Μια θετική πλευρά του ευρωσκεπτικισμού
09/02/2014 14:47
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Μια θετική πλευρά του ευρωσκεπτικισμού

Oι κυβερνήσεις πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους για να καταστεί η Ευρώπη πιο ανταγωνιστική - για παράδειγμα αντιμετωπίζοντας τα εσωτερικά διαρθρωτικά τους προβλήματα, ολοκληρώνοντας την ενιαία αγορά της Ένωσης στον τομέα των υπηρεσιών και με τη διαπραγμάτευση συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου με την Αμερική και την Κίνα

Πολλές πραγματείες περί ευρωσκεπτικισμού, όπως η έκθεση την περασμένη εβδομάδα που αναφέρει ότι η Ολλανδία θα είναι σε καλύτερη θέση αν εγκαταλείψει την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι υπερβολικές και μη πειστικές. Αλλά ο αυξανόμενος ευρωσκεπτικισμός θα μπορούσε να έχει μια θετική πλευρά, αν βοηθήσει όσους επιθυμούν να μεταρρυθμίσουν την ένωση να προωθήσουν την ατζέντα τους, σχολιάζει ο Hugo Dixon.

Λίγοι άνθρωποι πιστεύουν ότι η Ολλανδία βρίσκεται κοντά στο να εγκαταλείψει την Ένωση. Με τον τρόπο αυτό, είναι διαφορετικά από τη Βρετανία, όπου η έξοδος είναι μια πραγματική πιθανότητα. Τούτου λεχθέντος, ο ευρωσκεπτικισμός είναι σε άνοδο μετά από χρόνια οικονομικής στασιμότητας. Το Κόμμα για την Ελευθερία, με επικεφαλής τον αντι- ισλαμιστή Ολλανδό πολιτικό Γκέερτ Βίλντερς προηγείται στις δημοσκοπήσεις και είναι πιθανό να είναι το μεγαλύτερο κόμμα στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Μάιο. Άλλα ευρωσκεπτικιστικά και εθνικιστικά κόμματα, όπως το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία και το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου στη Βρετανία, είναι επίσης πιθανό να έχουν υψηλά ποσοστά.

Για να διαπιστώσουμε τι είναι λάθος με τα επιχειρήματα των ευρωσκεπτικιστών, δεν χρειάζεται παρά να εξετάσουμε την έκθεση που παρήγγειλε ο Βίλντερς και συνέταξε η Capital Economics, μια εταιρεία συμβούλων του Λονδίνου, σχετικά με το ενδεχόμενο αποχώρησης της Ολλανδίας από την Ένωση. Αν και η υπόθεση για μια τέτοια αναχώρηση είχε «καλλωπιστεί» όσο το δυνατόν καλύτερα, εξακολουθεί να είναι διάτρητη. Μια τέτοια κίνηση θα είχε δύο στοιχεία: την εγκατάλειψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την εγκατάλειψη του ευρώ. Θα ήταν, ως εκ τούτου, ένας συνδυασμός αυτού που σχεδιάζει η Βρετανία (αποχώρηση από την Ένωση) και αυτού που έχει σκεφθεί η Ελλάδα (να εγκαταλείψει το κοινό νόμισμα). Σύμφωνα με την Capital Economics, η εγκατάλειψη τόσο της Ένωσης όσο και του ευρώ θα ήταν επωφελής για τους Ολλανδούς.
 Ας δούμε πρώτα την εγκατάλειψη του νομίσματος. Η μελέτη αναφέρει ότι αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί σχετικά ανώδυνα. Τα πλεονεκτήματα θα ήταν ότι η Ολλανδία δεν θα διακινδύνευε τη διάσωση άλλων χωρών της ευρωζώνης και ότι θα ήταν ελεύθερη να έχει πολύ πιο χαλαρές νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές για την ενίσχυση της οικονομίας της. Υπάρχουν πολλά λάθη σε αυτό το επιχείρημα. Πρώτον, υπάρχει η αβάσιμη υπόθεση ότι οι χώρες του πυρήνα του ευρώ, όπως η Ολλανδία, θα πληρώσουν για να διαγραφούν τα χρέη σε όλες τις περιφερειακές οικονομίες, όπως η Ιταλία, με 90 τοις εκατό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος.

Στη συνέχεια, υπάρχει η άποψη ότι η λύση για τα οικονομικά προβλήματα της Ολλανδίας είναι η χαλαρή νομισματική και δημοσιονομική πολιτική. Η στασιμότητά της είναι κυρίως αποτέλεσμα γηγενών προβλημάτων - όπως το υψηλό χρέος των νοικοκυριών λόγω των δάνειων που τροφοδότησαν τη φούσκα των ακινήτων και των υψηλών φόρων που απαιτούνται για τη χρηματοδότηση ενός γενναιόδωρου κράτους πρόνοιας - και όχι από την ένταξή του στο ευρώ. Αν είχε ακολουθήσει τις προτάσεις της Capital Economics, η Ολλανδία θα είχε χαμηλότερα επιτόκια κατά τη διάρκεια της ανάκαμψης, τροφοδοτώντας μία ακόμη μεγαλύτερη φούσκα. Και η ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα της θα καθόριζε τώρα, υπερβολικά, τα επιτόκια στο μείον 13 τοις εκατό.
 Ένα πρόβλημα με τη λειτουργία αυτών των χαλαρών μακρο- πολιτικών είναι ότι θα μπορούσαν να εκτρέψουν την Ολλανδία από την αντιμετώπιση των βαθύτερων διαρθρωτικών αδυναμιών της. Επίσης, θα μπορούσαν να κάνουν τόσο τους ντόπιους όσο και τους ξένους επενδυτές επιφυλακτικούς στην εκμετάλλευση των νέων ολλανδικών φιορινιών. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε έξοδος από το ευρώ θα μπορούσε να είναι τραυματική. Οι καταθέτες θα μπορούσαν να πάρουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό, φοβούμενοι ότι θα εξοφληθούν σε υποτιμημένα φιορίνια αν η κυβέρνηση ήταν πραγματικά αποφασισμένη να χαλαρώσει τις πολιτικές μακροοικονομικής. Και αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει προβλήματα στο ολλανδικό τραπεζικό σύστημα, δεδομένου ότι εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ξένη χρηματοδότηση το γεφύρωμα του χάσματος μεταξύ δανείων και καταθέσεών της. Δεδομένου ότι η απόφαση να εγκαταλείψουν την Ευρωπαϊκή Ένωση υποτίθεται ότι θα πραγματοποιηθεί μόνο μετά από δημοψήφισμα, ή τουλάχιστον κάποιες εκλογές γύρω από αυτό το θέμα, θα υπάρξει πολύς χρόνος για φυγή κεφαλαίων.
 Η υπόθεση της Capital Economics για την εγκατάλειψη της Ένωσης είναι το ίδιο μη πειστική, όπως και η υπόθεση για την έξοδο από το ευρώ. Εδώ, το κύριο επιχείρημα είναι ότι οι Ολλανδοί θα μπορούσαν να αποκτήσουν πλήρη πρόσβαση στην ενιαία αγορά της ένωσης χωρίς να πληρώνουν για την ένταξη ή να είναι δεμένοι στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Θα μπορούσε επίσης να αυξήσει δραστικά τις συναλλαγές της με τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες χώρες BRICS - Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική. Είναι αλήθεια ότι η Ολλανδία θα μειώσει την καθαρή συνεισφορά της στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των 4 δισ. Ευρώ τον χρόνο, αν την εγκαταλείψει. Αλλά τότε θα δυσκολευτεί να διατηρήσει πλήρη πρόσβαση στην ενιαία αγορά. Το να χάσει αυτό το πλεονέκτημα θα είναι επιζήμιο, δεδομένου ότι περισσότερο από το 70 τοις εκατό των εξαγωγών της είναι στην Ένωση. 
 Οι Ολλανδοί θα μπορούσαν να κρατήσουν την πλήρη πρόσβαση στην ενιαία αγορά, εφόσον ακολουθούσαν τη Νορβηγία και προσχωρούσαν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. Αλλά και πάλι θα έπρεπε να ακολουθήσουν το μεγαλύτερο μέρος των κανονισμών του μπλοκ, χωρίς να έχουν ψήφο στη σύνταξη των κανόνων αυτών.Δεν είναι επίσης σαφές αν οι Κάτω Χώρες θα είχαν καλύτερες εξαγωγές προς τις χώρες BRICS, αν άφηναν την Ένωση. Είναι αλήθεια ότι θα έχουν την ευελιξία να κάνουν εμπορικές συμφωνίες με την Κίνα μόνοι τους. Αλλά το μικρό μέγεθός τους θα σημαίνει ότι δεν θα είχαν επιρροή στις διαπραγματεύσεις αυτών των συμφωνιών. Σε κάθε περίπτωση, η «συντηρητική» εκτίμηση της Capital Economics, ότι οι εξαγωγές προς τις χώρες BRICS θα υπερδιπλασιαστούν σε μια δεκαετία, φαίνεται κάθε άλλο παρά συντηρητική. 
 Έτσι, η υπόθεση για την έξοδο δεν είναι πειστική. Αλλά αυτό δεν είναι το ίδιο με το να λέμε ότι η Ένωση δεν πρέπει να μεταρρυθμιστεί. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους για να καταστεί η Ευρώπη πιο ανταγωνιστική - για παράδειγμα αντιμετωπίζοντας τα εσωτερικά διαρθρωτικά τους προβλήματα, ολοκληρώνοντας την ενιαία αγορά της Ένωσης στον τομέα των υπηρεσιών και με τη διαπραγμάτευση συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου με την Αμερική και την Κίνα. Οι μεταρρυθμιστές θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν την άνοδο του ευρωσκεπτικισμού για να πείσουν τους πιο αδιάφορους πολιτικούς για την ανάγκη αλλαγής. Όπως οι δάσκαλοι του ζίου ζίτσου, θα πρέπει να λάβουν την ορμή του Βίλντερς και των ομοίων του και να την διοχετεύσουν σε καλύτερους σκοπούς.

nytimes.com

ΣΧΟΛΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια στο άρθρο! Γράψτε το πρώτο σχόλιο!

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.