Φόβος, τρόμος κι όλεθρος μέσα σε μια εβδομάδα
02/02/2015 15:24
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Φόβος, τρόμος κι όλεθρος μέσα σε μια εβδομάδα

Ο σουρεαλισμός συνεχίζεται και μετεκλογικά. Αυτοί που φοβούνται περισσότερο, είναι αυτοί που ακολούθησαν το «ρεύμα» και ψήφισαν Αλέξη κι ας μην έχουν iphone-6.

Στην τελική τι να φοβηθούμε από τον ΣΥΡΙΖΑ:
Μήπως πέσουν δικά μας μαχητικά και θρηνήσουμε θύματα;
Μήπως γίνουν πλημμύρες και εκκενωθούν χωριά;

Μήπως γίνουν κατολισθήσεις και κοπούν δρόμοι στη μέση;
Μήπως πέσουν ιστορικά γεφύρια;

Μήπως μας έστησαν ενέδρα στα Ίμια οι Τούρκοι;
Ή μήπως τρέχουμε μέσα στο ΣΚ να καθησυχάσουμε τους εταίρους;

Σάμπως τρέχουν οι νοικοκυραίοι να μαζέψουν τα θηλυκά τους νωρίς στο σπίτι;

Από τον Τατσόπουλο μπορεί να γλίτωσαν, από τον Βαρουφάκερ αποκλείεται.

Ο οποίος απάντησε σε ερώτηση του Reuters για το χρέος όχι ως πολιτικός, αλλά ως καθηγητής. Άντε με το καλό και ως πυροσβέστης.

Νοσταλγώ ήδη τον Χαρδούβελη. Για τον Στουρνάρα δεν το συζητώ, αναμένονται διαδηλώσεις για να επιστρέψει στην Καραγιώργη Σερβίας.

Μη φοβάστε αδέλφια. Ο Πούτιν θα μας συντρέξει. Μαζί με τον Ομπάμα. Κι οι Κινέζοι αν βάλουν μια πλάτη, θα ζήσουμε στιγμές ανεξαρτησίας. Από τη λογική…

Με αυτό το ρυθμό πάντως, στην τετραετία ΣΥΡΙΖΑ δεν θα υπάρχει άνθρωπος να μιλά ελληνικά στα Βαλκάνια.

Μαντεύω ήδη την απάντηση της «Αυγής»: Σιγά τη Χερσόνησο…

Μ.Ο.

ΣΧΟΛΙΑ

  1. η Dimi avatar
    η Dimi 03/02/2015 11:09:58

    *Μέγας σγουρός ανθός η ζωή, κι ο θάνατος καρπός της* ~Νίκος Καζαντζάκης: Οδύσσεια Ήλιε, μεγάλε ανατολίτη μου, χρουσό σκουφί του νου μου, αρέσει μου στραβά να σε φορώ, πεθύμησα να παίξω, όσο να ζεις, όσο να ζω κι εγώ, για να χαρεί η καρδιά μας. Καλή ’ναι τούτη η γης, αρέσει μας, σαν το σγουρό σταφύλι στον μπλάβο αγέρα, Θε μου, κρέμεται, στο δρόλαπα κουνιέται και την τσιμπολογούν τα πνέματα και τα πουλιά του ανέμου· ας την τσιμπολογήσουμε κι εμείς, να δροσερέψει ο νους μας! Αναμεσός στα δυο μελίγγια μου, στο μέγα πατητήρι, το τραγανό σταφύλι λαχπατώ κι ο γαύρος μούστος βράζει, κι όλη γελάει κι αχνίζει η κεφαλή μες στην ολόρθη μέρα. Μαΐστρες πέταξεν η γης, φτερά, για το μυαλό κουνήθη κι η μαυρομάτα ανάγκη μέθυσε και το τραγούδι αρχίζει; Απάνωθέ μου ο λάβρος ουρανός και κάτωθε η κοιλιά μου, σα γλαροπούλα απά στη θάλασσα, κι αφροδροσολογάται· αρμύρα γιόμωσαν τ’ αρθούνια μου, κι αντιχτυπούν στις πλάτες γοργά γοργά τα κύματα και παν, και πάω κι εγώ μαζί τους. Ήλιε, τρισήλιε, που περνάς ψηλά και χαμηλά αγναντεύεις, ένα σκουφί θαλασσινό θωρώ, του καστροκαταλύτη, ας το κλοτσήσουμε, να παίξουμε, να δούμε ως πού θα πάει! Έχει ο καιρός μαθές γυρίσματα, το ριζικό ’χει ρόδες, κι ο νους του ανθρώπου κάθεται αψηλά και τις στρουφογυρίζει· άιντε, και κλότσο ας δώσουμε της γης, να πάει την κατρακύλα! Ήλιε, γοργοπαιχνιδομάτη μου, φρογό λαγωνικό μου, την άγρη που αγαπώ ξετόπωσε και πάρ’ την του κυνήγου κι ό,τι τηράς στη γης μαντάτευε κι ό,τι γρικάς μολόγα, κι εγώ θα τα περνώ στου σπλάχνου μου το μυστικό αργαστήρι, κι αγάλια, με το παίξε γέλασε και το βαθύ κανάκι, πέτρες, νερό, φωτιά και χώματα θα γίνουν όλα πνέμα· κι η λασποφτέρουγη βαριά ψυχή γλυκά θα ξεκορμίσει και θ’ ανεβεί σα φλόγα γαληνή και θα χαθεί στον ήλιο! Καλά φαγοποτήσατε, παιδιά, στο γιορτερό ακρογιάλι, γέλιο, χορός και τσιμποφίλημα κι αργό κουβεντολόι το γλέντι εντός σας γίνη αλάκερο και μες στη σάρκα εχάθη· μα μέσα μου σηκώθη το κρασί και στοίχειωσε το κρέας, κι ένας σκοπός θαλασσινός πηδάει και θα με ρίξει κάτω· ένα τραγούδι ορέχτηκα να πω, κάμετε τόπο αδέρφια! Ωχού, το πανηγύρι ’ναι πολύ κι ο τόπος είναι λίγος, ανοίχτε, να ’χω αλώνι να στρωθώ κι αγέρα μην πλαντάξω, και να μπορώ να ρίξω τα κανιά, ν’ απλώσω τους αγκώνους, να μη λαβώσω στην αντράλα μου τα γυναικόπαιδα σας. Τι θα μου πνίξουν το λαιμό, θαρρώ, σύντας θα τ’ αμολήσω γιαλό γιαλό να παν τα λόγια μου ν’ ανθρωποκυνηγήσουν· κι όντας ο λάρυγγας σοφράξει πια κι ο πόνος μου στοιχειώσει, θα σηκωθώ, και θέλω απλοχωριά ν’ ακρογιαλοχορέψω. Τη φρονιμάδα, Θε μου, πάρε μου, ν’ ανοίξουν τα μελίγγια, ν’ ανοίξουν οι καταπαχτές του νου, να πάρει αγέρα ο κόσμος. Ε μωρέ σεις χωριάτες μέρμηγκοι, σταροκουβαλητάδες, θα ρίξω παπαρούνα κόκκινη, φωτιά να πιάσει ο κάμπος. Κοράσια με τ’ αγριοπερίστερα στο δροσερό σας κόρφο, λεβέντες με το μαυρομάνικο το λάζο στο ζωνάρι, ξερό δεντρό ’ναι η γης χωρίς άνθους, όσο κι αν πολεμάτε· εγώ, μωρέ, με το τραγούδι μου θα την ανθοβολήσω! Μαστόροι, αφήστε πια τα σύνεργα, διπλώστε τις ποδιές σας, σκολάστε απ’ της ανάγκης το ζυγό, κι η λευτεριά φωνάζει. Κρασί δεν είναι, αδέρφια, η λευτεριά μήτε γλυκιά γυναίκα μήτε και βιός μες στα κελάρια σας μήτε και γιος στην κούνια· έρμο τραγούδι ’ναι ακατάδεχτο και σβήνει στον αγέρα! Πιέτε της Άρνας το γλυφό νερό να καθαρίσει ο νους σας, ξαλησμονήστε τα φαρμάκια σας και τ’ άτιμα συφέρα, τα σπλάχνα σας να γίνουν σα μωρού, παρθένα, ανέγνοια, αφράτα· ανθίσετε έρριζα, μυαλά, να ’ρθει το αηδόνι να λαλήσει! Και σεις, γερόντοι, σύρετε φωνή, να ’ρθουν ξανά τα δόντια, να ’ρθουν τα κορακάτα σας μαλλιά, κι ο νους ο νιος να στρίψει! Μα τον αφέντην Ήλιο, ορκίζουμαι, και την κερα-Φεγγάρω, ψευτόνειρό ’ναι τα γεράματα και φαντασία ’ναι ο χάρος· όλα ’ναι της ψυχής καμώματα και του μυαλού παιχνίδια, όλα αλαφρό μελτέμι που φυσάει και τα μελίγγια ανοίγουν· τ’ όνειρο απάλαφρα ονειρεύτηκε κι έγινε ο κόσμος τούτος· ας κάμουμε του κόσμου κατοχή, παιδιά, με το τραγούδι! Ε συμπλωρίτες, πάρτε τα κουπιά, κι ο καπετάνιος φτάνει· και σεις, μανάδες, δώστε το βυζί στα βρέφη μη φωνάζουν! Όρτσα! τις έρμες πίκρες όξω νου, τρουλώσετε τ’ αυτιά σας· τα πάθη και τα βάσανα θα πω του ξακουστού Οδυσσέα! ~Ν. Καζαντζάκης, επιμέλεια Πάτροκλος Σταύρου, Αθήνα: εκδόσεις Καζαντζάκη 2006 [ομοιότυπη έκδοση αυτής του 1938 από τις εκδόσεις Πυρσός, που λόγω του μεγάλου σχήματός της και των τυπογραφικών της στοιχείων αποτέλεσε σταθμό στα τότε εκδοτικά δεδομένα.] Πηγή: Ελληνική Γλώσσα

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.